φαιόν

φαιόν
φαιός
grey
masc acc sg
φαιός
grey
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • Arcadocypriot Greek — Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • Древнемакедонский язык — Страны: Древняя Македония Вымер: к III ве …   Википедия

  • πελιδνός — ή, ό / πελιδνός, ή, όν, αττ. τ. πελιτνός, ή, όν, ΝΜΑ (ιδίως για το χρώμα τού δέρματος) μαυροκίτρινος, ωχρός («χρὼς ψυχρὸς καὶ πελιδνὸς ἐγένετο», Διόδ.) νεοελλ. συνεκδ. καταφοβισμένος, κίτρινος από τον φόβο του. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. πελιδνός / πελιτνός …   Dictionary of Greek

  • πιλνόν — Α (κατά τον Ησύχ.) «φαιόν, Κύπριοι». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. πελιδνός] …   Dictionary of Greek

  • pel-6 —     pel 6     English meaning: grey; pale     Deutsche Übersetzung: in Ausdrũcken for unscharfe Farben as “grau, fahl”, also ‘scheckig”     Material: O.Ind. palitá , fem. páliknī (from * tnī) “altersgrau, greis” (: πελιτνός), paruṣá “fleckig” …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»